ἄχθομαι


ἄχθομαι
ἄχθομαι, (1) belastet, beschwert sein; übertr., ἀχϑομένην ὀδύνῃσι, mit Schmerzen beladen; ἄχϑομαι ἕλκος, ich bin (in Beziehung auf) durch die Wunde belästigt; ἤχϑετο κῆρ, er empfand Schmerz im Herzen; von Gemütszuständen: sich belästigt fühlen, unwillig, betrübt sein über etwas, zürnen auf einen; ὑπέρ τινος, sich in j-s Namen ärgern; ἤχϑετο δαμναμένους. er betrübte sich, daß sie besiegt würden; ἄχϑομαι ἰδών, es ist mir unangenehm zu sehen, daß ich sehe; ἄχϑομαι ἁμαρτάνων, ich ärgere mich, daß ich verfehle

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • άχθομαι — ἄχθομαι (Α) 1. έχω επάνω μου βάρος, είμαι φορτωμένος 2. στενοχωριέμαι, υποφέρω 3. αγανακτώ, οργίζομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Τα άχθομαι και άχθος, η μεταξύ των οποίων σχέση είναι ασαφής, αποτελούν ομηρικές ήδη λέξεις αβέβαιης ετυμολ. Αρχικώς η λ. σήμαινε… …   Dictionary of Greek

  • .άχθομαι — ἄχθομαι , ἄχθομαι to be loaded pres ind mp 1st sg ἔχθομαι , ἔχθω hate pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄχθομαι — to be loaded pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθομένω — ἄχθομαι to be loaded pres part mp masc/neut nom/voc/acc dual ἄχθομαι to be loaded pres part mp masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθομένων — ἄχθομαι to be loaded pres part mp fem gen pl ἄχθομαι to be loaded pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθόμενον — ἄχθομαι to be loaded pres part mp masc acc sg ἄχθομαι to be loaded pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄχθομ' — ἄχθομαι , ἄχθομαι to be loaded pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄχθῃ — ἄχθομαι to be loaded pres subj mp 2nd sg ἄχθομαι to be loaded pres ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθεσομένους — ἄχθομαι to be loaded fut part mid masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθεσόμενος — ἄχθομαι to be loaded fut part mid masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθομένη — ἄχθομαι to be loaded pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.